ploigisi h3
bottom_neo.jpg

Ekdoseis3

Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Akathistos27Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, εἶνε ἡ πλέον ἴσως δημοφιλὴς ἱερὰ Ἀκολουθία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἡ Ἀκολουθία αὕτη ψάλλεται εἰς τοὺς ἱεροὺς Ναούς μας κατὰ τὰς πρώτας πέντε ἑβδομάδας τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἐν ἡμέρᾳ Παρασκευῇ. Κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς (ἢ «τῶν Νηστειῶν») ψάλλονται οἱ ἓξ πρῶτοι «οἶκοι» τοῦ Ὕμνου, ἤτοι οἱ «οἶκοι» Α-Ζ· κατὰ τὴν δευτέραν ἑβδομάδα ψάλλονται οἱ «οἶκοι» Η-Μ· κατὰ τὴν τρίτην ἑβδομάδα ψάλλονται οἱ «οἶκοι» Ν-Σ· κατὰ τὴν τετάρτην ἑβδομάδα ψάλλονται οἱ «οἶκοι» Τ-Ω· κατὰ δὲ τὴν πέμπτην ἑβδομάδα ψάλλεται ὁλόκληρος ὁ Ὕμνος.

Τόσον τὰ τμήματα τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, ὅσον καὶ ὁλόκληρος ὁ Ὕμνος, ψάλλονται μαζὶ μὲ εἰδικὸν «Κανόνα», ὁ ὁποῖος ἀρχίζει μὲ τὸν εἱρμὸν «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου». Ψάλλονται δὲ ἀμφότερα εἰς τὸ μέσον περίπου τοῦ «Μικροῦ Ἀποδείπνου», ἤτοι τῆς ὡραίας ἐκείνης προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ λέγεται καθημερινῶς μετὰ τὸ Δεῖπνον. Ὀνομάζεται «Μικρὸν Ἀπόδειπνον» διὰ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὸ «Μέγα Ἀπόδειπνον», τὸ ὁποῖον λέγεται κατὰ τὴν Μ. Τεσσαρακοστήν, πλὴν τῶν ἡμερῶν Παρασκευῆς (ὁπότε λέγεται τὸ «Μικρὸν» μετὰ τῆς Ἀκολουθίας τῶν «Χαιρετισμῶν»), Σαββάτου καὶ Κυριακῆς.

(Ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας, συμφώνως πρὸς τὸ Τυπικὸν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου δὲν συνδυάζεται μὲ τὸ Μικρὸν Ἀπόδειπνον, ἀλλὰ μὲ ἄλλας Ἀκολουθίας.)

Ἐν συνεχείᾳ θὰ ἴδωμεν δι᾿ ὀλίγων τί εἶνε ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ποία ἡ ἱστορία του καὶ ποῖος ὁ ποιητής του. Μετὰ ταῦτα δὲ θὰ ὁμιλίσωμεν περὶ «Κανόνων» καὶ «ᾨδῶν», ὡς καὶ περὶ τῆς σημασίας τῶν διαφόρων ὀνομασιῶν τῶν τροπαρίων, τέλος δὲ θὰ εἴπωμεν ὀλίγα καὶ περὶ τοῦ «Κανόνος» τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος εἶνε «Κοντάκιον». «Κοντάκια» παλαιότερον ἐλέγοντο ὁλόκληροι ὕμνοι, ἀνάλογοι πρὸς τοὺς «Κανόνας». Ἡ ὀνομασία ὀφείλεται μᾶλλον εἰς τὸ κοντὸν ξύλον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐτυλίσσετο ἡ μεμβράνα ποὺ περιεῖχε τὸν ὕμνον. Τὸ πρῶτον τροπάριον ἐλέγετο «προοίμιον» ἢ «κουκούλιον» καὶ τὰ ἀκολουθοῦντα ἐλέγοντο «οἶκοι», ἴσως διότι ὁ ὅλος ὕμνος ἐθεωρεῖτο ὡς σύνολον οἰκοδομημάτων ἀφιερωμένων εἰς μνήμην ἁγίου τινός. Κοντάκον λέγεται συνήθως σήμερον τὸ πρῶτον τροπάριον ἑνὸς τοιούτου ὕμνου (Κοντακίου).

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος περιέχει προοίμιον καὶ 24 «οἴκους». Τὸ προοίμιόν του παλαιότερον δὲν ἧτο τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῶ» ποὺ εἶνε σήμερον, ἀλλ᾿ ἕτερον. («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει».) Ἡ «ἀκροστιχὶς» τοῦ ὕμνου εἶνε ἀλφαβητική. (Βραδύτερον θὰ εἴπωμεν τί σημαίνει ἡ λέξις «ἀκροστιχίς».) «Ἐφύμνια» ἔχει δύο: Τὸ «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε» καὶ τὸ «Ἀλληλούϊα». Τὸ πρῶτον ἀπαντᾷ εἰς τὸ προοίμιον καὶ εἰς τοὺς περιττοὺς «οἴκους» (1, 3, 5, 7, κ.τ.λ.), τὸ δὲ δεύτερον εἰς τοὺς ἀρτίους «οἴκους» (2, 4, 6, 8, κ.τ.λ.). «Ἐφύμνιον» λέγεται ἡ τελευταία λέξις ἡ φράσις τοῦ ὕμνου, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἐπανελάμβανεν, ἀφοῦ βεβαίως οἱ ψάλται ἔψαλλον ὁλόκληρον τὸν ὕμνον.

Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἀρχίζει μὲ τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Παρθένου, καὶ ἔπειτα ἀναφέρεται εἰς τὰ ἐν συνεχείᾳ γεγονότα. Ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐπισκέψεως τῆς Παρθένου πρὸς τὴν Ἐλισάβετ, περὶ τῶν ὑποψιῶν τοῦ προστάτου τῆς Παρθένου Ἰωσήφ, περὶ τῆς προσκυνήσεως τοῦ Κυρίου ὑπὸ τῶν ποιμένων καὶ τῶν μάγων, περὶ τῆς φυγῆς τοῦ Χριστοῦ εἰς Αἴγυπτον καὶ περὶ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου. Αὐτὰ εἰς τὸ πρῶτον ἥμισυ. Εἰς τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ ὕμνου γίνεται λόγος περὶ τῆς σαρκώσεως τοῦ Κυρίου, τῆς θεώσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς θεομητορικῆς ἀξίας τῆς Παναγίας.

Ποῖος ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου; Εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ δὲν ἐδόθη μέχρι σήμερον ἀπάντησις ποὺ νὰ μὴ ἐπιδέχεται ἀντιῤῥήσεις. Παρ᾿ ὅλας τὰς ἐρεύνας καὶ τὰς συζητήσεις, τὸ πρόβλημα παραμένει ἀκόμη πρόβλημα. Ἄλλοι -καὶ εἶνε οἱ περισσότεροι- θεωροῦν τὸν Ὕμνον ὡς ἔργον τοῦ Ῥωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ. Ἄλλοι θεωροῦν αὐτὸν ὡς ἔργον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου. Ἄλλοι τὸν ἀποδίδουν εἰς τὸν Γεώργιον Πισίδην. Ἄλλοι εἰς τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γερμανὸν τὸν Α´ καὶ ἄλλοι εἰς ἄλλους.

Ἱστορικά

Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ὕμνος ὠνομάσθη «Ἀκάθιστος», εἶνε ὁ ἑξῆς, συμφώνως πρὸς τὴν παράδοσιν:

Κατὰ τὸ ἔτος 626 ἡ Κωνσταντινούπολις ἐπολιορκήθη ὑπὸ τῶν Περσῶν καὶ τῶν Ἀβάρων ἐπὶ τινὰς μῆνας. Ὁ βασιλεὺς Ἡράκλειος ἀπουσίαζεν εἰς Μικρὰν Ἀσίαν, πολεμῶν ἐκεῖ τοὺς Πέρσας. Ὅταν ἔμαθεν ὅτι ἡ πόλις πολιορκεῖται, ἔστειλεν ἐκ τοῦ στρατοῦ του δώδεκα χιλιάδας ἄνδρας εἰς τὸν φρούραρχον τῆς Κωνσταντινουπόλεως Βῶνον διὰ νὰ ὑπερασπίσουν, μαζὶ μὲ τὴν φρουράν, τὴν πρωτεύουσαν τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ Βῶνος μετὰ τοῦ Πατριάρχου Σεργίου ἐξώπλισαν καὶ ὅσους ἐκ τῶν πολιτῶν ἠδύναντο νὰ φέρουν ὅπλα. Ὅλοι ἀπεφάσισαν νὰ ἀντισταθοῦν μέχρις ἐσχάτων. Ὁ Πατριάρχης περιέτρεχε τὴν πόλιν καὶ ἐνεθάῤῥυνε τὰ πλήθη καὶ τοὺς μαχητάς. Ἡ πόλις ὁλόκληρος εἶχεν ἐναποθέσει τὰς ἐλπίδας της εἰς τὴν Προστάτριαν της, τὴν «Ὑπέρμαχον Στρατηγόν», τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Ἡ πολιορκία ἧτο στενὴ καὶ ἰσχυρά. Παρὰ ταῦτα ἡ πόλις ἀνθίστατο εἰς τὰς ἐπιθέσεις τῶν πολιορκητῶν. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἐπέμενον εἰς τὴν πολιορκίαν. Αἰφνιδίως ὅμως φοβερὸς ἀνεμοστρόβιλος καταστρέφει τὸν στόλον των καὶ τοιουτορόπως ἀναγκάζονται κατὰ τὴν νύκτα τῆς 7ης πρὸς τὴν 8ην Αὐγούστου νὰ λύσουν τὴν πολιορκίαν καὶ νὰ φύγουν ἄπρακτοι. Ἡ βασιλεύουσα ἐσώθη! Ὁ λαὸς τῆς πόλεως, πανηγυρίζων τὴν σωτηρίαν του, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν εἰς τὴν προστασίαν τῆς Θεομήτορος, συνηθροίσθη εἰς τὸν ἐν Βλαχέρναις Ναὸν τῆς Παναγίας, ὅπου ἐτελέσθη, προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου Σεργίου, ὁλονύκτιος εὐχαριστήριος Ἀκολουθία. Τότε «ὀρθοστάδην ἅπας ὁ λαὸς ἔψαλε» τὸν Ὕμνον, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦτο ἔκτοτε ὠνομάσθη «Ἀκάθιστος». Βεβαίως ὁ Ὕμνος προϋπῆρχε καὶ ἐψάλλετο πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀλλὰ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην καθιερώθη πλέον κατὰ τρόπον ἐπίσημον καὶ πανηγυρικὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μας. Τὸ τροπάριον «Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ» (τὸ ὁποῖον ἀντικατέστησε τὸ προϋπάρχον «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς») συνετέθη ἀναμφιβόλως κατ᾿ ἐκείνας τὰς ὥρας.

Δι᾿ αὐτοῦ ὁλόκληρος ἡ λυτρωθεῖσα ἐκ τῆς συμφορᾶς πόλις «ἀνέγραψε τὰ νικητήρια», ἀπέδωσε δηλαδὴ εὐγνωμόνως τὴν νίκην, εἰς τὴν Προστάτριαν αὐτῆς Θεοτόκον.

Τί σημαίνει «Κανών»

Ὡς εἴπομεν, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος ἔχει καὶ «Κανόνα». Ἡ λέξις «Κανὼν» σημαίνει τὴν εὐθεῖαν ῥάβδον, ἡ ὁποία χρησιμεύει εἰς μέτρησιν καὶ καθορισμὸν ἄλλων πραγμάτων, καὶ γενικῶς τὸ μέτρον, τὸ ὑπόδειγμα, τὸν ῥυθμιστήν. Εἰδικῶς δὲ εἰς τὴν ὑμνολογίαν, «Κανὼν» λέγεται μακρὸς ὕμνος, ἀποτελούμενος ἐξ «ᾨδῶν», τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ποικίλλει, ἀλλ᾿ οὐδέποτε εἶνε μεγαλύτερος τοῦ ἐννέα. Ἑκάστη ᾨδὴ (ἡ λέξις σημαίνει ὕμνον, ᾆσμα, ἐκ τοῦ ῥήματος ᾄδω παραγομένη), ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ «εἱρμοῦ» καὶ τῶν ἀκολουθούντων τριῶν-τεσσάρων συνήθως «τροπαρίων». Εἱρμὸς λέγεται ἡ πρώτη στροφὴ ἑκάστης ᾨδῆς, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ῥυθμίζονται αἱ ὑπόλοιποι στροφαὶ (τροπάρια). Ὁ εἱρμὸς δηλαδὴ χρησιμεύει ὡς ὑπόδειγμα καὶ βάσις. Ἡ λέξις παράγεται ἐκ τοῦ ῥήματος εἴρω, ποὺ σημαίνει συνάπτω, συνδέω, συμπλέκω. Αἱ ὑπόλοιποι στροφαί, ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν πρώτην, τὸν εἱρμὸν δηλαδή, ὀνομάζονται τροπάρια, προφανῶς διότι, ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω, τρέπονται συμφώνως πρὸς τὸν εἱρμόν, ἤτοι ἀκολουθοῦν τονικῶς, ἐνίοτε δὲ καὶ μετρικῶς καὶ μουσικῶς, τὸν εἱρμόν. (Ὑπάρχουν πάντως καὶ ἄλλαι ἑρμηνεῖαι τῆς λέξεως τροπάριον.)

Οἱ Κανόνες (ὅπως καὶ τὰ Κοντάκια,) πολλάκις ἔχουν «ἀκροστιχίδα». Τὸ πρῶτον γράμμα δηλαδὴ τῶν εἱρμῶν καὶ τῶν τροπαρίων, λαμβανόμενον κατὰ σειρὰν καὶ ἐν ἀδιασπάστῳ συνεχείᾳ, μᾶς δίδει μίαν φράσιν. Ἡ φράσις αὕτη λέγεται «ἀκροστιχὶς» καὶ ἀναφέρεται ἄλλοτε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ποιητοῦ τοῦ Κανόνος, ἄλλοτε εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἑορτῆς κ.τ.λ.. Πολλάκις ἡ ἀκροστιχὶς εἶνε ἀλφαβητική, δηλαδὴ ἀκολουθεῖ τὴν σειρὰν τῶν γραμμάτων Α, Β, Γ, Δ, κ.τ.λ..

Ἕκαστος Κανὼν ἀποτελεῖται ἐκ διαφόρου, ὡς προελέχθη, ἀριθμοῦ ᾨδῶν, κατ᾿ ἀνώτατον δὲ ὅριον ἐννέα. Τοῦτο συμβαίνει, διότι ἐννέα εἶνε αἱ βιβλικαὶ ᾨδαί, ἤτοι αἱ ᾨδαὶ περιεχόμεναι εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν, τὰς ὁποίας ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἐχρησιμοποίει εἰς τὴν λατρείαν της μαζὶ μὲ τοὺς Ψαλμούς. Διὰ τὰς ἐννέα αὐτὰς ᾨδάς, δηλαδὴ διὰ τοὺς ἐννέα αὐτοὺς θρησκευτικοὺς ὕμνους ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν, πρέπει νὰ εἴπωμεν ὀλίγα τινὰ πρὸς διαφώτισιν τῶν ἀναγνωστῶν.

Αἱ ἐννέα βιβλικαὶ ᾨδαί

α) Ὅπως εἶνε γνωστόν, οἱ Ἰσραηλῖται εἶχον γίνει δοῦλοι εἰς τὴν Αἴγυπτον. Ὅταν ὁ Θεὸς ἀπεφάσισε νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ, ἔστειλε τὰς δέκα «πληγὰς» (συμφορὰς) εἰς τοὺς Φαραώ, ἤτοι τὸν βασιλέα τῆς Αἰγύπτου, καὶ οὕτως ἐκεῖνος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τοὺς ἀφήσῃ νὰ φύγουν. Τότε οἱ Ἰσραηλῖται, μὲ τὸν ἡγέτην των Μωϋσῆν, ἤρχισαν τὴν πορείαν τῶν πρὸς τὴν «Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας», τὴν εὔφορον Χαναάν, ποὺ τοὺς εἶχεν ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός. Εὐθὺς ὅμως μετὰ τὴν ἀναχώρισίν των ὁ Φαραὼ μετενόησε, διότι τοὺς ἄφησε νὰ φύγουν καὶ ἔχασε τόσας ἐργατικὰς χεῖρας, καὶ ἔσπευσε, μὲ στατὸν πολὺν καὶ ἅρματα φοβερά, νὰ τοὺς προλάβῃ καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὴν Αἴγυπτον. Τοὺς ἔφθασεν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης. Ἡ θέσις τῶν Ἰσραηλιτῶν κατέστη τραγική. Ἐμπρός των ἐξετείνετο, ἀδεαπέραστος καὶ κυματώδης, ἡ Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ ὀπίσω των ἤρχετο ἡ ἐμπνέουσα τρόμον στρατιὰ τοῦ Φαραώ. Τότε ὁ Μωϋσῆς ὑψώνει, κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, τὴν ῥάβδον του ὑπεράνω τῶν ὑδάτων καί, ὢ τοῦ θαύματος! Τὰ ὕδατα χωρίζονται δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ ὁ βυθὸς τῆς θαλάσσης γίνεται πέρασμα στερεόν. Οἱ Ἰσραηλῖται εἰσέρχονται εἰς τὸν πρωτοφανῆ αὐτὸν διάδρομον καὶ σπεύδουν νὰ περάσουν ἀπέναντι. Ὀπίσω των εἰσέρχονται καὶ τὰ στρατεύματα τοῦ Φαραώ. Ἀλλ᾿ ὅταν ἐπέρασε καὶ ὁ τελευταῖος Ἰσραηλίτης, ὁ Μωϋσῆς ὕψωσε πάλιν τὴν ῥάβδον του ὑπεράνω τῶν ὑδάτων καὶ τὰ ὕδατα ἡνώθησαν καὶ ἔπνιξαν τὰ στρατεύματα τῶν Αἰγυπτίων. Τότε ὁ Μωϋσῆς καὶ οἱ Ἰσραηλῖται, βαθύτατα εὐγνώμονες πρὸς τὸν Σωτῆρα Θεὸν ἔψαλλαν ἐνθουσιώδη ὕμνον πρὸς Αὐτόν. Ὁ ὕμνος αὐτὸς ἀπετέλεσε τὴν πρώτην βιβλικὴν ᾨδὴν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἀρχὴ τοῦ ὕμνου εἶνε: «ᾌσωμεν τῷ Κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται». Τὴν ᾨδὴν αὐτὴν περιέχει τὸ βιβλίον τῆς Ἐξόδου (ἐν κεφαλαίῳ ιε´).

β) Ἡ Δευτέρα ᾨδὴ συνετέθη καὶ αὐτὴ ὑπὸ τοῦ Μωϋσέως, κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, ἐν εἴδει διαμαρτυρίας πρὸς τοὺς Ἰσραηλίτας διὰ τὴν ἀχαριστίαν των ἔναντι τοῦ συνεχῶς εὐεργετοῦντος αὐτοὺς Θεοῦ. Ἡ ᾨδὴ αὕτη δὲν ἔχει χαρακτῆρα πανηγυρικὸν καὶ χαρμόσυνον, ἀλλὰ πένθιμον καὶ ἐλεγκτικόν, συνετέθη δὲ ὀλίγον πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατον τοῦ Μωϋσέως. Ἡ ἀρχὴ αὐτῆς εἶνε: «Πρόσεχε, οὐρανέ, καὶ λαλήσω καὶ ἀκουέτω ἡ γῆ ῥήματα ἐκ τοῦ στόματός μου». Τὴν ᾨδὴν ταύτην περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ Δευτερονομίου (ἐν κεφ. λβ´).

γ) Ἡ Τρίτη ᾨδὴ συνετέθη ὑπὸ τῆς προφήτιδος Ἄννης μητρὸς τοῦ Σαμουήλ, καὶ ἀποτελεῖ εὐχαριστήριον ὕμνον πρὸς τὸν Θεόν, διότι εἱσήκουσε τὰς προσευχάς της καὶ ἔλυσε τὴν ἀτεκνίαν της, χαρίσας εἰς αὐτὴν τὸν Σαμουήλ. Ἡ ἀρχὴ αὐτῆς εἶνε: «Ἐστερεώθη ἡ καρδία μου ἐν Κυρίῳ, ὑψώθη κέρας μου ἐν Θεῷ μου ἐπλατύνθη ἐπ᾿ ἐχθρούς μου τὸ στόμα μου, εὐφράνθην ἐν σωτηρίᾳ σου». Τὴν ᾨδὴν αὐτὴν περιέχει ἡ βίβλος Α´ Βασιλειῶν (ἐν κεφ. β´).

δ) Ἡ Τετάρτη ᾨδὴ εἶνε ὕμνος τοῦ προφήτου Ἀββακούμ. Διά του ὕμνου αὐτοῦ ἐξαίρει ὁ προφήτης τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτοχρόνως ἐκφράζει ἔντρομος τὴν κατάπληξίν του, προβλέπων τὸ μυστηριῶδες σχέδιον τῆς θείας οἰκονομίας, διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀρχὴ τοῦ ὕμνου εἶνε: «Κύριε, κατενόησα τὰ ἔργα σου καὶ ἐξέστην». Τὴν ᾨδὴν αὐτὴν περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ Ἀββακοὺμ (ἐν κεφ. γ´).

ε´) Ἡ Πέμπτη ᾨδὴ εἶνε ὕμνος τοῦ προφήτου Ἡσαΐου πρὸς τὸν Θεὸν καὶ προφητεία περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶνε ἡ ἀληθινὴ εἰρήνη. Ἡ ἀρχὴ αὐτῆς εἶνε: «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σέ, ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς». Τὴν ᾨδὴν αὐτὴν περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ Ἡσαΐου (ἐν κεφ. κστ´).

στ´) Ἡ ἕκτη ᾨδὴ εἶνε εὐχαριστήριος πρὸς τὸν Θεὸν ὕμνος τοῦ προφήτου Ἰωνᾶ, τὸν ὁποῖον ἔψαλεν ἐκ τῆς κοιλίας τοῦ κήτους. Ὡς γνωστόν, ὁ προφήτης Ἰωνᾶς διετάχθη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ μεταβὴ εἰς τὴν πόλιν Νινευΐ, διὰ νὰ κηρύξῃ εἰς αὐτὴν μετάνοιαν. Ὁ Ἰωνᾶς ὅμως παρήκουσε τὸν Θεὸν καὶ εἰσῆλθεν εἰς πλοῖον, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλην πόλιν. Τότε ὁ Θεὸς ἑξαπέλυσε μεγάλην τρικυμίαν καὶ τὸ πλοῖον ἐκινδύνευσε νὰ συντριβῇ. Οἱ ναῦται, διαισθανθέντες ὅτι ὁ Θεὸς εἶχεν ἑξαπολύσει τὴν τρικυμίαν, ἔῤῥιψαν κλήρους, διὰ νὰ εὕρουν τὸν αἴτιον. Ὁ κλῆρος ἔπεσεν εἰς τὸν Ἰωνᾶν, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει τὴν ἐνοχήν του καὶ ζητεῖ νὰ ῥιφθῇ εἰς τὴν θάλασσαν ὑπὸ τῶν ναυτῶν. Τοῦτο ἔγινε καὶ εὐθὺς ἐκόπασεν ἡ ταραχὴ τῆς θαλάσσης. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν ἄφησε τὸν Ἰωνᾶν νὰ πνιγῇ, ἀλλὰ διέταξεν ἕνα πελώριον ἰχθὺν (κῆτος) νὰ τὸν καταπίῃ καὶ διετήρησε ζῶντα αὐτὸν εἰς τὴν κοιλίαν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἰχθύος τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας. Εὑρισκόμενος δὲ ἐντὸς τῆς κοιλίας τοῦ κήτους ὁ Ἰωνᾶς, προσηυχήθη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ἡ προσευχή του ἀπετέλεσε τὴν ἕκτην βιβλικὴν ᾨδὴν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀρχὴ αὐτῆς εἶνε: «Ἐβόησα ἐν θλίψει μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου καὶ εἱσήκουσέ μου». Τὴν ᾨδὴν ταύτην περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ Ἰωνᾶ (ἐν κεφ. β´).

ζ´) Ἡ ἑβδόμη ᾨδὴ εἶνε ὕμνος τῶν τριῶν εὐσεβῶν Ἰσραηλιτῶν νέων Ἀνανίου, Ἀζαρίου καὶ Μισαὴλ (ἡ Σεδράχ, Μισάχ, Ἀβδεναγώ), οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν νὰ προσκυνήσουν τὴν χρυσῆν εἰκόνα τοῦ βασιλέως τῆς Βαβυλῶνος Ναβουχοδονόσορος καὶ πρὸς τιμωρίαν των ἐῤῥίφθησαν εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός, ἀφοῦ προηγουμένως ἐπιρακτώθη αὕτη εἰς μέγιστον βαθμόν. Ὁ Θεὸς ὅμως ἐφύλαξε τοὺς πιστοὺς νέους καὶ τὸ φοβερὸν πῦρ δὲν ἔβλαψεν οὔτε τρίχα τῆς κεφαλῆς τῶν. Τότε αὐτοί, εὑρισκόμενοι ἐν μέσῳ τοῦ πυρὸς καὶ θαυματουργικῶς δροσιζόμενοι, ἀνέπεμψαν, διὰ στόματος τοῦ πρώτου, ὕμνον εὐχαριστίας, ἐξομολογήσεως καὶ δοξολογίας πρὸς τὸν Εὐεργέτην τῶν Θεόν. Ἡ ἀρχὴ τῆς ᾨδῆς αὐτῆς εἶνε: «Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, καὶ αἰνετός, καὶ δεδοξασμένον τὸ ὄνομά σου εἰς τοὺς αἰῶνας». Τὴν ᾨδὴν ταύτην περιέχει τὸ βιβλίον τοῦ προφήτου Δανιὴλ (ἐν κεφ.γ´).

η´) Ἡ ὀγδόη ᾨδὴ εἶνε πάλιν ὕμνος τῶν τριῶν αὐτῶν νέων, ποὺ ἐψάλη καὶ αὐτὸς ὑπ᾿ ἐκείνων ἀπὸ τὸ μέσον τῆς καιομένης καμίνου. Διὰ τοῦ ὕμνου αὐτοῦ ἐξαίρεται τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ καὶ καλοῦνται ὅλα τὰ δημιουργήματα, ἔμψυχα καὶ ἄψυχα, νὰ δοξολογήσουν τὸ Θεόν. Ἡ ἀρχὴ τῆς ᾨδῆς αὐτῆς εἶνε: «Εὐλογεῖτε, πάντα τὰ ἔργα Κυρίου, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας». Ἡ ᾨδὴ αὕτη εὑρίσκεται ὅπου καὶ ἡ ἀνωτέρω.

θ´) Ἡ ἐνάτη ᾨδὴ εἶνε ὕμνος τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, τὸν ὁποῖον αὕτη ἀνέπεμψεν ὀλίγον μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸν καὶ τὴν ἐν τῇ κοιλίᾳ της σύλληψιν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κατ᾿ ἐκείνας τὰς ἡμέρας εἶχεν ἐπισκεφθῇ ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μας τὴν συγγενῆ της Ἐλισάβετ, τὴν μητέρα τοῦ Προδρόμου, ἡ ὁποία τὴν ὕμνησε καὶ τὴν ἐμακάρισε, φωτισθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε ἡ Ἀειπάρθενος Κόρη, ἡ φέρουσα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς τὸν Αἰώνιον, ἀνεβόησε: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῳ Σωτῆρί μου...» Ἡ ᾨδὴ αὕτη εὑρίσκεται εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Λουκᾶ (ἐν κεφ. α´). Μὲ αὐτὴν δὲ τὴν ᾨδὴν εἶνε ἡνωμένος καὶ ὁ εὐχαριστήριος ὕμνος τοῦ προφήτου Ζαχαρίου διὰ τὴν γέννησιν τοῦ υἱοῦ του Ἰωάννου, τοῦ μετέπειτα Βαπτιστοῦ τοῦ Κυρίου. Ὡς γνωστόν, ὁ Ζαχαρίας δὲν εἶχε πιστεύσει εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Ἀγγέλου ὅτι ἡ στείρα καὶ γραία σύζυγός του Ἐλισάβετ θὰ συλλάβῃ υἱόν, καὶ δι᾿ αὐτὸ ἐτιμωρήθη μὲ στέρησιν τῆς λαλιᾶς του. Κατὰ τὴν ὀγδόην ὅμως ἡμέραν ἀπὸ τὴν γέννησιν τοῦ Ἰωάννου, ἐλύθη ἡ γλῶσσα του καὶ τότε ὕμνησε μὲ ὅλην τὴν καρδίαν τοῦ τὸν Θεόν. Ὁ ὕμνος αὐτὸς περιέχει καὶ προφητείας, εὑρίσκεται δὲ ὅπου καὶ ὁ ἀνωτέρω ὕμνος τῆς Θεοτόκου.

ᾨδαὶ καὶ Κανόνες

Οἱ ποιηταὶ τῶν Κανόνων ἀκολουθοῦν τὰς βιβλικὰς ᾨδάς. Δηλαδὴ διαιροῦν τὰ τροπάριά των εἰς ἑνότητας ἴσου ἀριθμοῦ πρὸς τὰς βιβλικὰς ᾨδάς. Πρῶτον κατασκευάζουν τὸν εἱρμὸν μιᾶς ᾨδῆς (τῆς πρώτης π.χ.) καὶ ἀκολούθως, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ εἱρμοῦ, σειρὰν τροπαρίων. Ἐν συνεχείᾳ κατασκευάζουν ἄλλον εἱρμὸν διὰ τὴν ἑπομένην ᾨδὴν καὶ, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα αὐτοῦ τοῦ εἱρμοῦ, ἄλλην σειρὰν τροπαρίων κ.ο.κ.. Δεν εἶνε ὅμως ἄρτιοι ὅλοι οἱ Κανόνες, δηλαδὴ δὲν περιέχουν ὅλοι ἐννέα ᾨδὰς (ἡ μᾶλλον ὀκτώ, διότι ἡ Δευτέρα ᾨδή, ἐπειδὴ ἔχει, ὡς προείπομεν, ἐλεγκτικὸν καὶ πένθιμον χαρακτῆρα, παραλείπεται συνήθως καὶ σπανιώτατα χρησιμοποιεῖται), ἀλλὰ περιέχουν κάποτε μόνον δύο ἢ τρεῖς ἢ τέσσαρας, ὁπότε λέγονται διώδια, τριώδια καὶ τετραώδια, ὡς π.χ. οἱ Κανόνες τῆς Μ.Δευτέρας, Μ.Τρίτης, Μ.Τετάρτης καὶ ἄλλοι. Μεταξὺ μιᾶς ᾨδῆς Κανόνος καὶ τῆς ἀντιστοίχου βιβλικῆς ᾨδῆς ὑπάρχει βεβαίως σχέσις. Ἡ σχέσις αὕτη ἄλλοτε εἶνε στενή, ἤτοι ὁ εἱρμὸς ἢ καὶ τὰ τροπάρια ἀναφέρονται ῥητῶς καὶ σαφῶς εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς βιβλικῆς ᾨδῆς (π.χ. ἐξιστοροῦν ποιητικῶς τὴν διάβασιν τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης καὶ τὴν καταστροφὴν τοῦ Φαραώ, γεγονότα περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ἡ πρώτη βιβλικὴ ᾨδή), καὶ ἄλλοτε ὑποτυπώδης, ἤτοι ἀναφέρονται ἁπλῶς φράσεις ἢ λέξεις ἐκ τῆς πρώτης βιβλικῆς ᾨδῆς, τὸ «ἐστερεώθη» τῆς τρίτης, τὸ «εἰσακήκοα τὴν ἀκοήν σου» τῆς τετάρτης, τὸ «ὀρθρίζω» τῆς πέμπτης κ. τ. τ.).Πρέπει νὰ γνωρίζῃ καλῶς τοῦτο ὁ ἐκκλησιαζόμενος, διότι ἄλλως θὰ ἀπορῇ, ὅταν ἀκούῃ νὰ ἐπαναλαμβάνωνται συνεχῶς εἰς τὰ τροπάρια τὰ «ὅτι δεδόξασται», τὰ «ἐκ φθορᾶς με ἀνάγαγε», ἢ τὰ «εὐλογεῖτε, ἀνυμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας» κ.τ.λ.. Ὅλα αὐτὰ εἶνε φράσεις τῶν βιβλικῶν ᾨδῶν καὶ οἱ ποιηταὶ τῶν Κανόνων τὰς ἐνσωματώνουν εἰς τοὺς εἱρμοὺς καὶ τὰ τροπάρια τῶν ἀντιστοίχων ᾨδῶν τῶν Κανόνων.

Σημασία διαφόρων ὀνομασιῶν

Ἡ λέξις «τροπάριον» εἶνε γενικὴ καὶ σημαίνει μικρὸν ἐκκλησιαστικὸν ὕμνον, στροφήν. Τὰ τροπάρια ὅμως ἔχουν καὶ ἄλλας ὀνομασίας, ἀναλόγως τῆς λειτουργικῆς των χρήσεως, ὡς π.χ. «ἀντίφωνα», «ἀπολυτίκια», «ἑξαποστειλάρια», «στιχηρὰ» κ.τ.λ.. Ἐπειδὴ ὁ ἀναγνώστης θὰ συναντᾷ πολλάκις, κατὰ τὰς Ἀκολουθίας τῆς Ἐκκλησίας, τὰς ὀνομασίας αὐτάς, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τί σημαίνουν, θὰ εἴπωμεν καὶ περὶ αὐτῶν ὀλίγα. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν θὰ ἀναφέρωμεν ὅλας τὰς γμώμας διὰ τὴν σημασίαν ἑκάστης ὀνομασίας, ἀλλὰ θὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς μίαν καὶ μόνην, τὴν πιθανωτέραν. Ἡ ἐκτενὴς ἀνάπτυξις τῶν ζητημάτων αὐτῶν δὲν ἔχει θέσιν ἐνταῦθα. Λοιπόν: «Ἀντίφωνα» ἐλέγοντο κατ᾿ ἀρχὰς μικρὰ τροπάρια, ἐξ ἑνὸς πολλάκις στίχου, ποὺ εἶχον θέσιν ἐπῳδοῦ εἰς τοὺς ψαλλομένους στίχους τῶν Ψαλμῶν. Μετέπειτα τὰ τροπάρια αὐτὰ ἔγιναν ἐκτενέστερα. «Ἀντίφωνα» ὠνομάσθησαν, ἐπειδὴ ἐψάλλοντο κατ᾿ ἀνταπόκρισιν ὑπὸ δύο ψαλτῶν ἢ χορῶν. «Ἀπολυτίκια» λένονται ὡρισμένα τροπάρια, ἀναφερόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἑορτῆς, ἐπειδὴ ψάλλονται κατὰ τὸν Ἐσπερινὸν μετὰ τὸ «Νῦν ἀπολύεις...» καὶ πρὸ τῆς ἀπολύσεως, δηλαδὴ τῆς Εὐχῆς ποὺ δίδει τέλος εἰς τὴν Ἀκολουθίαν. Ἐνίοτε τὰ ἀπολυτίκια καὶ τὰ ἑξαποστειλάρια ψάλλονται τρεῖς φορὰς εἰς τύπον τῆς Ἁγίας Τριάδος. «Ἀπόστιχα Ἰδιόμελα» λέγονται ὅσα ψάλλονται μὲ μουσικὴν ἰδιάζουσαν. «Ἐξαποστειλάρια» λέγονται ὡρισμένα τροπάρια, ἴσως διότι ἓν ἐκ τῶν τροπαρίων τῆς ὁμάδος αὐτῆς ἀρχίζει μὲ τὴν φράσιν τοῦ Ψαλμοῦ (42, 3) «Ἐξαπόστειλον τὸ φῶς σου...» «Εὑλογητάρια» λέγονται τὰ τροπάρια τῶν ὁποίων προηγεῖται ὁ ψαλμικὸς στίχος «Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου». «Θεοτοκία» λέγονται τὰ τροπάρια ποὺ ἐξυμνοῦν τὴν Θεοτόκον. «Καθίσματα» λένονται τὰ τροπάρια ἐκεῖνα ποὺ ἐψάλλοντο μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ὡρισμένων ψαλμῶν πρὸς ἀνάπαυσιν τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκάθηντο ἐπ᾿ ὀλίγον. «Καταβασίαι» λέγονται οἱ εἱρμοί, οἱ ὁποῖοι ψάλλονται ἔπειτα ἀπὸ τοὺς Κανόνας. Ἡ λέξις προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι οἱ ψάλται παλαιοτερον κατήρχοντο ἐκ τῶν στασιδίων των καὶ τὰς ἔψαλλον ἡνωμένοι εἰς τὸ κέντρον τοῦ Ναοῦ. (Καταβασίαι ψάλλονται διάφοροι καθ᾿ ὅλον τὸ ἔτος.) «Κοντάκια» εἴπομεν προηγουμένως ποῖα λέγονται. «Στιχηρὰ» λέγονται τὰ τροπάρια τὰ ὁποῖα ψάλλονται ἀφοῦ προταχθοῦν αὐτῶν μεμονωμένοι στίχοι ἐκ τῶν Ψαλμῶν. «Στιχηρὰ ἀπόστιχα» ἢ ἁπλῶς «ἀπόστιχα» λέγονται ὅσα ψάλλονται εἰς τοὺς τελευταίους στίχους Ψαλμῶν, οἱ ὁποῖοι ψάλλονται ὁλόκληροι. «Στιχηρὰ Ἰδιόμελα» λέγονται ὅσα ψάλλονται μὲ μουσικὴν ἰδιάζουσαν. «Στιχηρὰ προσόμοια» λέγονται ὅσα ψάλλονται κατὰ τὴν μουσικὴν τῶν ἰδιομέλων. «Στιχηρὰ τῶν αἴνων» ἢ ἁπλῶς «αἶνοι» λέγονται τὰ τροπάρια ποὺ συνοδεύουν τοὺς ψαλμικοὺς στίχους «Πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν...».

«Ὑπακοὴ» (ἐκ τοῦ «ὑπακούω» μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ ὑποφωνῶ, ὑπηχῶ, ψάλλω ἀπαντῶν εἰς ἄλλον,) λέγεται τὸ τροπάριον ἐκεῖνο ποὺ παλαιότερον ἐψάλλετο ὑφ᾿ ὁλοκλήρου τοῦ χοροῦ, ἀφοῦ ὁ Διάκονος ἔψαλλε τοὺς πρώτους στίχους του.

Ὁ ἀναγνώστης πλὴν τῶν ὀνομασιῶν αὐτῶν, ποὺ ἀναφέρονται εἰς τὰ τροπάρια, θὰ συναντᾷ εἰς τὰς διαφόρους Ἀκολουθίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰς λέξεις «Ἐκτενής», «Προκείμενον», «Συναπτή», «Ὧραι» κ.τ.λ.. «Ἐκτενὴς Ἱκεσία» ἢ «μεγάλη συναπτὴ» λέγεται ἡ σειρὰ τῶν δεήσεων τὰς ὁποίας ἀπαγγγέλει ὁ Ἱερεὺς («Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ...» κ.τ.λ.). «Μικρὰ συναπτὴ» ἢ «αἴτησις» λέγεται σύντομος δέησις («Ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ἀντιλαβοῦ..., Τῆς Παναγίας ἀχράντου... Ὅτι σὲ αἰνοῦσιν... ἢ Ὅτι σὸν τὸ κράτος...» κ.τ.λ.). «Προκείμενον» λέγεται μικρὸς στίχος ἐκ τῶν Ψαλμῶν, ὁ ὁποῖος προτάσσεται τῶν ἀναγνωσμάτων ἐκ τῆς Π. Διαθήκης καὶ τῶν Ἀποστόλων. «Ὧραι» λέγονται σύντομοι Ἀκολουθίαι, τελούμεναι κατὰ τὴν διαρκειαν τῆς ἡμέρας (κυρίως εἰς τὰς ἱερὰς Μονάς). Ἔχομεν τὴν πρώτην Ὥραν, τὴν τρίτην, τὴν ἕκτην καὶ τὴν ἐνάτην. Αἱ Ὦραι αὗται ἀντιστοιχοῦν καθ᾿ ἡμᾶς εἰς τὴν 6ην π.μ., τὴν 9ην π.μ., τὴν 12ην μεσημβρινὴν καὶ τὴν 3ην μ.μ.. Ἡ Ἀκολουθία τῶν Ὠρῶν περιλαμβάνει Ψαλμούς, Εὐχὰς καὶ τροπάρια. Εἰς ὡρισμένας ἑορτὰς (παραμονὴ Χριστουγέννων, παραμονὴ Θεοφανίων καὶ Μ. Παρασκευὴ) αἱ Ἀκολουθίαι τῶν Ὠρῶν εἶνε ἐκτενέστεραι («Μεγάλαι Ὧραι»).

Ὁ Κανὼν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου

Ὁ «Κανὼν» τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου εἶνε ἄρτιος, δηλαδὴ περιέχει ὀκτὼ ᾨδάς. Ἀκροστιχίδα ἔχει «Χαρᾶς δοχεῖον, σοὶ πρέπει χαίρειν μόνη Ἰωσήφ». Τὸ ὄνομα Ἰωσὴφ σημαίνει τὸν ποιητὴν τοῦ Κανόνος. Οὗτος δὲ εἶνε ὁ Ἰωσὴφ ὁ ὑμνογράφος, καταγόμενος ἐκ Σικελίας καὶ ἀκμάσας κατὰ τὸν θ´ αἰῶνα. Οἱ εἱρμοὶ δὲν ἀνήκουν εἰς αὐτόν, ἀλλ᾿ ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ Κανόνος τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Πιθανώτατα ἀνήκουν εἰς τὸν Ἰωάννην τὸν Δαμασκηνόν. Ἑκάστη ᾨδὴ τοῦ Κανόνος περιέχει τὸν εἱρμὸν καὶ τέσσαρα τροπάρια. Ἤτοι ἐν συνόλῳ ὁ Κανὼν ἔχει 8 εἱρμοὺς καὶ 32 τροπάρια.

Ὁ Κανὼν αὐτὸς εἶνε ὡραιότατος καὶ πανηγυρικώτατος, χαρακτηρίζεται δὲ ὡς ποιητικὸν ἀριστούργημα. Ἐξυμνεῖ τὴν Ἀειπάρθενον Κόρην ὡς «Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον», ὡς «παλάτιον τοῦ μόνου Βασιλέως», «ὡς θρόνον πύρινον τοῦ Παντοκράτορος», ὡς «ἁγνείας θησαύρισμα», ὡς «ἡδύπνοον κρίνον», ὡς «φωτὸς κατοικητήριον», ὡς «ἱλαστήριον τοῦ κόσμου», ὡς «οὐρανῶν ὑψηλοτέραν», ὡς «ἀκατανόητον βάθος» καὶ «ὕψος ἄῤῥητον», ὡς «νυμφῶνα ὁλόφωτον», ὡς «πυρίμορφον ὄχημα τοῦ Λόγου» καὶ «ἔμψυχον Παράδεισον», ὡς «αἰτίαν τῆς τῶν πάντων θεώσεως», ὡς «ἄφλεκτον βάτον», ὡς «ῥάβδον μυστικήν», ὡς «στῦλον πύρινον» κ.τ.λ..

Εἰς αὐτὴν καὶ ἡμεῖς ἂς εἴπωμεν:

«Ἰδού σοι, Χαῖρε, κραυγάζομεν λιμὴν ἡμῖν γενοῦ θαλαττεύουσι, καὶ ὁρμητήριον, ἐν τῷ πελάγει τῶν θλίψεων καὶ τῶν σκανδάλων πάντων τοῦ πολεμήτορος.»

Τῷ δὲ ἐξ αὐτῆς προελθόντι σαρκοφόρῳ Θεῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Pin It
footer
  • Σάββατο 17 Νοεμβρίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, Γενναδίου και Μαξίμου Κων/πόλεως

  • Πόσους μήνες έχει ο χρόνος;

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ